Friday, March 30, 2007

Hasta la Television siempre

Μου αρέσει πολύ να βλέπω τηλεόραση. Μόνο το τηλεκοντρόλ μου δίνει την ψευδαίσθηση ότι μπορώ να αλλάξω τα πράγματα, έστω κι αν σπανίως οι αλλαγές είναι προς το καλύτερο. Στο κάτω-κάτω η τηλεόραση είναι μια καλή συντροφιά. Η τηλεόραση έχει πάντα κάτι να δεις. Τα πάντα στην τηλεόραση αν τα παρακολουθήσεις για 2-3 λεπτά αποκτούν ένα παράξενο ενδιαφέρον. Μπορώ να πω ότι βλέπω τα πάντα στην τηλεόραση. Μπορώ να κάτσω μπροστά στην τηλεόραση οποιαδήποτε ώρα του 24ώρου και εκείνη είναι σίγουρο ότι κάτι θα μου δώσει να χαζέψω.

Βλέπω τα αιμοσταγή και τηλεκατευθυνόμενα δελτία ειδήσεων για να μαθαίνω όσα θέλουν να ξέρω ότι συμβαίνουν γύρω μου. Βλέπω τα παράθυρα του Alpha γιατί το τρίγωνο Τράγκας-Κακαουνάκης-Κύρτσος έχουν τις σωστές απόψεις. Βλέπω ειδήσεις στο Star γιατί θέλω να ξέρω πόσα μικρά γέννησε η Becky η καφετιά αρκούδα στο πάρκο αιχμαλωσίας της Florida. Βλέπω Κους Κους για να βεβαιώνομαι ότι υπάρχουν και χειρότερα προβλήματα από τα δικά μου. Βλέπω μεσημεριανές επαναλήψεις για να τεστάρω τη μνήμη μου. Βλέπω πρωινάδικα γιατί περνάνε όλοι καλά στα πλατώ και μαθαίνω και κάνα κουτσομπολιό. Βλέπω Καμπουράκη-Οικονομέα γιατί έχουν πλάκα που τσακώνονται. Βλέπω Μαμαλάκη γιατί εγώ δεν ξέρω ούτε αυγό να βράσω. Βλέπω Λιακόπουλο γιατί λέει αλήθειες. Βλέπω Λαμπίρη για να ξέρω με ποιους έχει πόλεμο η Άντζελα και με ποια πηδιέται ο Σόμμερ. Βλέπω Τατιάνα γιατί αξίζει να το δω. Βλέπω Μπήλιω γιατί έχω και μια Α κουλτούρα. Βλέπω παρακμιακές ελληνικές εητίλες στο Alter για να έχω να λέω πόσο καμένοι είναι ο Τσάκωνας και ο Ψάλτης. Βλέπω Deal γιατί ο Φερεντίνος τα σπάει. Βλέπω Super Deal γιατί παίζονται χοντρά λεφτά. Βλέπω το πιο μεγάλο παζάρι γιατί τις κουρτίνες και τα κουτία τα ανοίγουν καυλογκόμενες. Βλέπω συναυλίες Τσακνή-Μαχαιρίτσα στα φεστιβάλ ΚΝΕ του 902 και χαίρομαι που εγώ απολαμβάνω τη μουσική χωρίς να φοράω παρωπίδες. Βλέπω Καρατζαφέρη γιατί τολμάει να πει τα πράγματα με το όνομά τους. Βλέπω «Μαρία η άσχημη» γιατί κάποια μέρα θα γίνει και αυτή καυλογκόμενα. Βλέπω μεταγλωττισμένες σαπουνόπερες για να γνωρίσω την κουλτούρα άλλων λαών. Βλέπω «Παρά πέντε», «50 50» και άλλες κωμικές σειρές για να αναπαραγάγω τις ατάκες τους και να κάνω την παρέα να γελάσει. Βλέπω τα σήριαλ του Μανουσάκη και τα παρόμοιά τους γιατί είναι βγαλμένα απ’ τη ζωή. Βλέπω καρμποναρισμένα talent shows με κακιασμένους κριτές και καταριέμαι την τύχη μου που με έκανε ατάλαντο ο θεός. Βλέπω ταινίες 4ης διαλογής με τετραγωνάκι μπας και πετύχω κάνα βυζί. Βλέπω γλεντο-ταβερνο-χορευτάδικες εκπομπές γιατί τα γκομενάκια που χορεύουν έχουν κορμί φιδίσιο. Βλέπω τηλεμάρκετινγκ για πολυμηχανήματα εκγύμνασης μπας και το πάρω απόφαση να κόψω το φαΐ και να κάνω την μπυροκοιλιά πλακέ-ριγέ σαν ψησταριά. Βλέπω Πάνια για να ψυχαγωγηθώ με τους ηλίθιους που μαζεύει από τους δρόμους και τους γελοιοποιεί μέχρι αηδίας. Βλέπω Τριανταφυλλόπουλο και φρίττω με την ρεμούλα που επικρατεί. Βλέπω Αποδείξεις για να μου πει ο Ευαγγελάτος τι να προσέχω. Βλέπω Χαρδαβέλα γιατί πάνω απ’ όλα είμαι άνθρωπος με ανησυχίες….
Βλέπω τον εαυτό μου να καθρεφτίζεται στο γυαλί της τηλεόρασης αλλά και να αλλάξω κανάλι τα ίδια χάλια έχω.

Sunday, January 21, 2007

Στο τρένο

Το πρωινό εκείνο ήταν σαν όλα τα άλλα. Βρόμικη υγρασία που κολλάει πάνω σου, λακκούβες με λάσπη και σκουπίδια παντού και η πηχτή συννεφιά να έχει την απόχρωση πολυχρησιμοποιημένου πεντάλεπτου, από την ανάμειξη με την βρόμικη ανάσα της πόλης. Κάθε εισπνοή και 45 με 83 κατεστραμμένα εγκεφαλικά κύτταρα και το μονοξείδιο να σου γαντζώνεται στα πνευμόνια. Είχε τυλιχτεί ολόκληρος μέχρι και το λαιμό όχι για να προστατευτεί από το κρύο αλλά για να αφήσει όσο δυνατόν λιγότερα σημεία ακάλυπτα στην σιχαμερή ατμόσφαιρα. Οι άνθρωποι είχαν όλοι την ίδια σκατόφατσα και στα αυτιά του, το τελευταίο οχυρό πριν την τρέλα, έπαιζε μουσική στη διαπασών για να καλύπτει τη φασαρία της πόλης. Οι λασπωμένες πατημασιές ανέβαιναν τα σκαλιά, έφταναν μέχρι την αποβάθρα του ηλεκτρικού και από εκεί φεύγαν και εξαπλώνονταν παντού σαν την πανούκλα μέχρι τον Πειραιά.


Για άλλη μια φορά δεν βρήκε θέση να κάτσει κι έτσι κλείστηκε σε μια γωνιά και περίμενε το σταθμό του ανασαίνοντας όσο πιο σπάνια μπορούσε. Σε κάποιο σταθμό του φάνηκε πως συνέβαινε κάτι το πρωτάκουστο, το καταπληκτικό που τον έκανε να ανατριχιάσει. Μέσα από το αγενέστατο σπρωξίδι μπήκε στο βαγόνι μια ύπαρξη τελείως παράταιρη. Έμοιαζε με κακό φωτομοντάζ. Μέχρι και ο φωτισμός ήταν διαφορετικός, η κοπέλα έλαμπε. Ήταν ένας άγγελος μέσα στα σκατά. Ήταν το πρώτο χαμόγελο των τελευταίων δύο εβδομάδων.


Από τη στιγμή που έκατσε η κοπέλα και ο συρμός ξεκίνησε 42 μάτια καρφώθηκαν πάνω της. Μάτια λάγνα, μάτια πεινασμένα, μάτια φθονερά, αλλά όχι τα δικά του. Αυτός δεν κοίταζε ποτέ επίμονα. Μπορεί να είδε τον εαυτό του να την πλησιάζει, να της μιλάει κι αυτή να χαμογελάει, μπορεί να είδε τον εαυτό του να την ακολουθεί, να την βγάζει από το απαίσιο τρένο και να την πηγαίνει σε μέρη όμορφα, αλλά οι ματιές του διαρκούσαν μόνο κλάσματα του δευτερολέπτου.


Κάποια στιγμή το πήρε απόφαση να την πλησιάσει. Έκλεισε τη μουσική και έκανε ένα βήμα αλλά ο αρρωστημένος βήχας ενός γέρου που βρώμαγε αλκοόλ τον έτρεψε σε άτακτη υποχώρηση. Σε κάποιον σταθμό εκείνη κατέβηκε και προκάλεσε ένα κύμα βλαστήμιας για την δουλειά του και το αφεντικό, που έτσι κι αλλιώς ψίχουλα του δίνει. Αν μπορούσε τουλάχιστον να κατέβει στον ίδιο σταθμό και να της μιλήσει…
Στη δουλειά του δεν έπαψε να την σκέφτεται ούτε λεπτό. Σφηνώθηκε στο μυαλό του και δεν έλεγε να βγει από τη σκέψη του. Είχε πολύ καιρό να δει όνειρο. Ο ύπνος του τελευταία ήταν σαν πρόβα θανάτου αλλά εκείνο το βράδυ την είδε στον ύπνο του.

Ξύπνησε λέει σε ένα δωμάτιο που ίσα ίσα χώραγε το κρεβάτι του αλλά παραδόξως είχε αρκετό χώρο για έναν τεράστιο σωρό από σκουπίδια και αναμνήσεις. Φωτογραφίες που πότε δεν είχε βγάλει από γεγονότα που τον σημάδεψαν, αποτσίγαρα σβησμένα, ο γύψος που είχε στο πόδι του όταν το είχε σπάσει, ξεφούσκωτα μπαλόνια, το ρολόι του που είχε μπάσει νερά, η χτένα του τυλιγμένη μέσα σε ένα κουβάρι τρίχες, το κοστούμι του που το είχε φορέσει μόνο σε δυο κηδείες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να ανασυρθεί από το υπόγειο του μυαλού του. Αφού κατάφερε να ξεμπλεχτεί από όλα αυτά τα συμπράγκαλα καθοδηγούμενος από μια μικρή δέσμη φωτός που έμπαινε από το στενό παράθυρο βγήκε σε ένα στενό δρομάκι που δεν είχε ξαναδεί. Τα σύννεφα ήταν απειλητικά χαμηλά και τα κτίρια έμοιαζαν να γέρνουν όλα προς το μέρος του. Στους δρόμους δεν υπήρχαν άνθρωποι αλλά τους αντικαθιστούσαν δίποδες παχύρρευστες σκιές που άφηναν πίσω τους με κάθε βήμα τους έναν μαύρο λιπαρό λεκέ σαν λάδια αυτοκινήτου. Στον σταθμό δεν ήρθε το τρένο αλλά μια ανοιχτή πλατφόρμα χωρίς καθίσματα. Πάνω στην πλατφόρμα που κινούταν με έναν ανεπαίσθητο βόμβο στεκόταν στην γωνία κινδυνεύοντας να πέσει έξω, στριμωγμένος από τις σκιές. Στον ίδιο σταθμό με το πρωί ανέβηκε εκείνη λάμποντας ακόμα περισσότερο. Οι σκιές γύρισαν τρομαγμένες προς τη λάμψη της και άρχισαν σιγά σιγά να λιώνουν σαν παγωτό σοκολάτα το καλοκαίρι. Τον κοιτούσε και του χαμογελούσε με ένα βλέμμα που έλεγε «Αυτή τη φορά θα μου μιλήσεις, το ξέρω» . Όταν οι σκιές είχαν λιώσει εντελώς τσαλαβούτηξε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι. Άπλωσε κι εκείνη το δικό της και ξαφνικά η πλατφόρμα σταμάτησε στα μισά του τούνελ. Εκείνη ατάραχη και πάντα χαμογελαστή τον οδήγησε σε μια καταπακτή που είχε το τούνελ. Η καταπακτή οδηγούσε σε ένα μόλο με ένα καλοκαιρινό μπαράκι. Ο ήλιος τους έβγαλε από τα χειμωνιάτικα παλτά και τα κασκόλ και το καθαρό αεράκι χάιδευε τη θάλασσα που γουργούριζε με απαλά κυματάκια. Κάθισαν στο μπαράκι και συζητούσαν επί ώρες. Κοιτούσε υπνωτισμένος τα χέρια της καθώς μιλούσε και χειρονομούσε και άκουγε τα βραχιόλια της να κουδουνίζουν χτυπώντας μεταξύ τους όταν ξαφνικά…

Συνειδητοποίησε ότι αυτό που άκουγε ήταν το ξυπνητήρι που τον επανέφερε στη μίζερη ρουτίνα του. Στη δουλειά σκέφτηκε ότι θα μπορούσε με λίγη τύχη να την ξανασυναντήσει στο τρένο. Τα έβαλε κάτω και τα υπολόγισε: μπήκε στα Πευκάκια και κατέβηκε στην Αττική άρα έχουμε 7 σταθμούς. Αλλάζοντας βαγόνι σε κάθε σταθμό μπορεί να την ψάξει σε 7 από τα 8 βαγόνια του συρμού, άρα αυξάνονται οι πιθανότητες να την βρει σε 7/8. Το βράδυ κοιμήθηκε πιστεύοντας ότι σε πέντε-έξι εργάσιμες μέρες θα την ξανασυναντήσει και τότε δεν θα διστάσει καθόλου. Στον ύπνο του είδε το ίδιο όνειρο με τη χθεσινή νύχτα. Εκείνο το όνειρο, χωρίς να το ξέρει ακόμα και με μικρές παραλλαγές, θα τον επισκεπτόταν πλέον κάθε βράδυ μέχρι να την βρει…
Από την επόμενη μέρα έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Άρχισε καθημερινά να αλλάζει βαγόνι από τα Πευκάκια μέχρι την Αττική σε κάθε σταθμό. Μέσα στα βαγόνια έψαχνε από τη μια άκρη μέχρι την άλλη για ένα φωτεινό σημάδι της αλλά μάταια. Οι πέντε-έξι μέρες έγιναν μήνας , κι άλλος μήνας, κι άλλος μήνας, αλλά η αναζήτηση ήταν μάταιη. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο επίμονος γινόταν και τόσο πιο σίγουρος ότι η επόμενη μέρα θα είναι και η τελευταία που ψάχνει. Εν τω μεταξύ μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό που οδηγούσε τη ζωή του άρχισε σιγά σιγά και να αρρωσταίνει. Γέμιζε την καθημερινότητά του με ιδεοψυχαναγκαστικές νευρώσεις και η υποχονδρία του γινόταν όλο και πιο έντονη. Παραμελούσε τον εαυτό του και τις υποχρεώσεις του και χανόταν σταδιακά σε έναν ιεροτελεστικό κόσμο με μοναδικό ενδιαφέρον του την αναζήτηση μιας άγνωστης στο τρένο. Τίποτα άλλο δεν φαινόταν σημαντικότερο. Δεν μιλούσε σε κανέναν παρά μόνο όταν ήταν υποχρεωμένος και όταν δε είχε δουλειά καθόταν ακίνητος στον καναπέ βλέποντας αδιάφορα τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει.

Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη και ο καιρός είχε ανοίξει αλλά δεν το είχε πάρει πρέφα. Συνέχιζε να προσπερνάει τις λακκούβες που θα μπορούσαν να γεμίσουν με λασπόνερα με προσοχή. Περπατούσε σε μια συννεφιασμένη πόλη τυλιγμένος με το λιγδιασμένο παλτό του και έτρεχε από βαγόνι σε βαγόνι με το μυαλό εντελώς άδειο.

...«Επόμενη στάση, Περισσός» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άνω Πατήσια» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άγιος Ελευθέριος βγες και ξαναμπές», τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Κάτω Πατήσια, βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη», «Επόμενη στάση...» και τα βαγόνια άρχισαν να αλλάζουν. Άλλαζαν σχήμα, άλλαζαν καθίσματα, οι επιβάτες λιγόστευαν, άρχισε να τον επισκέπτεται η θεία του τις Κυριακές, που τον είχε ξεγραμμένο, και να του δίνει φεύγοντας ένα θολό φιλί στο μέτωπο -κάτι πρέπει να είχε πάθει ο άντρας της ή κάτι τέτοιο-, στο τρίτο βαγόνι τον κάρφωνε με σταυρωμένα τα χέρια η Ανατολή που του είχαν πει να μην την πλησιάζει γιατί δαγκώνει, ο σταθμάρχης παρά τη βροχή φορούσε πάντα άσπρα, και το παλτό του είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.

Στην κλινική έμεινε για το θλιβερό υπόλοιπο της ζωής του. Έκανε την διαδρομή Πευκάκια- Αττική πάνω από 5 φορές τη μέρα γυρίζοντας από θάλαμο σε θάλαμο. Έψαχνε ακόμη και σε συρτάρια αλλά μόνο τα βράδια μετά την ένεση με τα στεροειδή μπορούσε να την βρει....

......«Επόμενη στάση, Θάνατος. Προσοχή στο διάκενο μεταξύ λογικής και παράνοιας»......

Στο Τρένο: Παράλληλο σύμπαν - Η εκδοχή του Καράφλα

[.......] Δεν μιλούσε σε κανέναν παρά μόνο όταν ήταν υποχρεωμένος και όταν δε είχε δουλειά καθόταν ακίνητος στον καναπέ βλέποντας αδιάφορα τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει.


Ξημέρωνε 20 Σεπτεμβρίου η παγκόσμια ήμερα χωρίς αυτοκίνητο. Στο κέντρο θα κυκλοφορούσαν μονό ποδήλατα, ανθρώποι με κουστούμια θα περπατούσαν με γρήγορο βηματισμό προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους, τα μέσα μαζικής μεταφοράς θα είχαν αφεθεί στην ομίχλη των air condition και στο άρωμα της μη ύπαρξης των αποσμητικών. Ήξερε πως αν δεν την έβλεπε σήμερα δεν θα την έβλεπε ποτέ!Σηκώθηκε φόρεσε το πιο όμορφο ύφος του και ξεκίνησε για να κάνει την τελευταία του απέλπιδα προσπάθεια. Μπήκε στο τρένο και κατευθύνθηκε σύμφωνα με το σχέδιο του.


Στην στάση Πευκάκια ο χρόνος σταμάτησε. Άνοιξε η πόρτα και ξαφνικά η ομίχλη διαλύθηκε τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Άρχισε να τρέμει. Δυνάμωσε την μουσική στα ακουστικά του και προσπάθησε να ηρεμήσει. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει ήταν σίγουρος πίστα από ένα αιώνιο ταξίδι από τα πευκάκια μέχρι την Αττική έφτασε η ώρα που έπρεπε να εφαρμόσει το σχέδιο β. Έπρεπε να τη γνωρίσει να της μιλήσει. Προσπάθησε να βγει από το βαγόνι, την ακολούθησε διασχίζοντας συμπληγάδες από χαρτοφύλακες και ακτινοβολία από κινητά τηλέφωνα έφτασε στο κενό που έπρεπε πάντα να προσέχει πήδηξε και έφτασε στην αποβάθρα. Η Φαιδώρα(όπως την αποκαλούσε στις προσωπικές συζητήσεις του μαζί της μπροστά στον καθρέφτη) απομακρυνόταν ήρεμα προς την έξοδο. Ξαφνικά η τσάντα που κρατούσε έχασε την ισορροπία της από τον ώμο της και έπεσα στο πάτωμα. Η τέλεια ευκαιρία. Ήξερε πως ήρθε η στιγμή που περίμενε τόσους μήνες. Έτρεξε δίπλα της. Την βοήθησε να τη μαζέψει. Σηκώθηκε και την κοίταξε στα μάτια. Είδε τα χείλη της να σχηματίζουν την λέξη ευχαριστώ κάνοντας ένα νεύμα ευχαρίστησης. Αυτος δεν μίλησε. Είδε την πλάτη της να απομακρύνεται. Εβαλε ξανά τα ακουστικά στα αυτιά του,κάθισε σιωπηλός και περίμενε το επόμενο τρένο.

Saturday, November 25, 2006

Παύση

Όσοι περνάνε από αυτό το μέρος θέλουν να νιώθουν ότι έχουν μετά ένα μέρος να πάνε. Κανείς δε θέλει να μείνει για πάντα εδώ που είμαι. Ένα μπράντυ στο Rick’s κι αυτο ήταν όλο. Εγώ όμως δεν έχω που αλλού να πάω. Οι ίδιοι λόγοι με έφεραν εδώ με τους άλλους αλλά δεν έχω βλέψεις για μετά.
Επαναπροσδιορισμός, ιεράρχηση προτεραιοτήτων, αξιολόγηση εμπειριών, ενδόμυχος διάλογος, μεγάλες αποφάσεις... Όλοι το ξέρουν το μέρος και όλοι το επισκέπτονται. Για λίγο. Εγώ όμως θα μείνω.
Έχω ήδη φτιάξει τη γωνίσα μου, κρέμασα τις αφίσες μου και στο πόμολο do not disturb. Απ’ το παράθυρο αχνοφαίνεται το τσίρκο της ζωής. Ενός σεξουαλικά μεταδιδόμενου νοσήματος με προ-κατ διαδρομές σε ασπρόμαυρες λεωφόρους. Το στόμα μου έχει ξεραθεί από τη σιωπή και τα μάτια μου φιξαρισμένα όπως πάντα στο απέραντο γαλάζιο του ωκεανού. Πάντα ήθελαν να γίνουν ένα με αυτόν, μου έστελναν με κάθε ευκαιρία κύματα αλμύρας για να μου δείξουν που ανήκουν. Οι φωνές που με επισκέπτονται, τα φάλτσα και οι παραφωνίες του περελθόντος, κολλάνε σαν μύγες στο τζάμι της μνήμης.
Ατονία.
Πολλά με περιμένου και όσα έχουν υπομονή θα με βρουν. Προς το παρόν έχω πατήσει pause. Διάλειμμα επ’ αόριστον και άνευ αποδοχών. Ανυπομονώ να βρω ένα λόγο να φύγω αλλά η αφορμή αργεί...

Wednesday, November 08, 2006

Λεπτή Γραμμή

Sunday, September 24, 2006

Συνοπτικό εγχειρίδιο του καλού Δημοσιογράφου

Κεφάλαιο 1ον: Φρασεις Κλειδια
Χωρίς το απαραίτητο λεξιλόγιο ο δημοσιογράφος χάνει πόντους κύρους και κατά συνέπεια στερείται φανατικών ακροατών. Ακολουθούν οι σημαντικότερες ατάκες που υπόσχονται να σας κάνουν αρχισυντάκτη, καναλάρχη, παραθυράτορα ή ό,τι άλλο ονειρεύεστε.

Για φυσικές καταστροφές: Βιβλική καταστροφή, κρανίου τόπος, θεομηνία, σαν χάρτινοι πύργοι (για σεισμούς), σάρωσε στο διάβα του (για τυφώνες), πύρινη λαίλαπα, καμίνι η Αθήνα, σε επιφυλακή ο κρατικός μηχανισμός, τραγικός απολογισμός, στο κόκκινο ο υδράργυρος, σε ασυνήθιστα για την εποχή επίπεδα, υπεράνθρωπες/απέλπιδες προσπάθειες, ηρωισμός και αυταπάρνηση, παραδόθηκε στην οργή των καιρικών φαινομένων

Αθλητικό ρεπορτάζ: Η μαγεία του Χ (όπου Χ οποιοδήποτε άθλημα), η άγρια ομορφιά του Χ, η ψυχοφθόρα διαδικασία των (πέναλτι, μπαράζ, βολών κτλ.), κάνει τα δικά του, σε ρυθμούς (σάμπα, τανγό, φλαμένκο και λοιποί εθνικοί χωροί), όοοου, η επίσημη αγαπημένη, με το σπαθί του, κατέβασε ρολλά, μονομαχία γιγάντων, τιτανομαχία, η φιέστα του νταμπλούχου, χαριστική βολή, τα λένε με το διαιτητή

Πολιτικό ρεπορτάζ: Άγρια αντιπαράθεση/κόντρα, σε υψηλούς τόνους, σκληρή γλώσσα/κριτική, κεκλεισμένων των θυρών, αιφνιδιαστική επίσκεψη, έκοψε την κορδέλλα, δριμύ κατηγορώ, ροζ σκάνδαλο, εσωκομματική αντιπαράθεση, κυβερνητική δυσπραγία, δήλωση βόμβα, έκανε λόγο για καρτέλ και νταβαντζήδες

Αστυνομικό ρεπορτάζ: Έγκλημα πάθους, αδίστακτοι κακοποιοί, στυγερή δολοφονία, η αποτρόπαια πράξη, άγριο πιστολίδι, με πρωτοφανή αγριότητα, άφωνη η κοινή γνώμη, σάλος στην μικρή κοινωνια, ομολόγησε με αφοπλιστική ηρεμία, ξεκαθάρισμα λογαριασμών, μπροστά στα έκπληκτα μάτια των περαστικών, εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό, χολλυγουντιανή απόδραση, ξέφρενη καταδίωξη, άφαντος ο δράστης, θρίλλερ με 35χρονο, ο σεσυμασμένος κακοποιός, το 6χρονο αγγελούδι, σοκαριστικές εικόνες, εξάρθρωση σπείρας, σφίγγει ο αστυνομικός κλοιός, τους πιάσανε στα πράσσα, άκαρπες έρευνες, ο βαρώνος της κοκαΐνης

Διάφορα: Η απόλυτη σταρ, ο ζεν πρεμιέ, καλλίγραμμα μοντέλα, ας περάσουμε σε ένα πιο ευχάριστο θέμα, κορυφώνεται η έξοδος, αρνητική πρωτιά, ο γάμος της χρονιάς, το καλάθι της νοικοκυράς, το πασχαλινό/χριστουγεννιάτικο/σαρακωστιανό τραπέζι, καραδοκούν οι κερδοσκόποι, ξέσπασμα από άμβωνος, εγκαταλείπουν το κλεινόν άστυ, οι εδικοί κρούουν τον κόδωνα του κινδύνου, στα ύψη οι τιμές

Tuesday, September 12, 2006

Στον Μπάμπη

Θέλω να σου πω κάποια πράγματα αλλά τώρα είναι πλέον αργά γιατί είσαι νεκρός. Να ξέρεις ότι δεν έχω μετανιώσει για τίποτα από όσα είπα για σένα (και έχω πει πάρα πολλά πίσω από την πλάτη σου) και κυρίως για όσα έκανα. Είναι ανόφελο να κρύβομαι, είναι σίγουρο ότι εγώ ευθύνομαι για το θάνατό σου. Ελπίζω μόνο, εκεί που είσαι, να με ακούς ή έστω το αστρικό σου σώμα να μήν έχει απομακρυθεί από το σπίτι μου, όπου και πέρασες τις τελευταίες σου μέρες, και να λαμβάνεις την ενέργεια του μίσους που σου στέλνω από τα βάθη της ψυχής μου.

Ποτέ δεν μου άρεσε που έμενες στο ίδιο σπίτι με μένα. Πόσο μάλλον όταν εγκαταστάθηκες στο δικό μου δωμάτιο χωρίς καν να ρωτήσεις. Εσύ βέβαια δεν θα μπορούσες να ξέρεις ότι σε αντιπαθούσα τόσο, μιας και δεν βλεπόμασταν συχνά. Οι συναντήσεις μας ήταν αστραπιαίες αλλά η ιδέα και μόνο της παρουσίας σου στον δικό μου χώρο μου δημιουργούσε απέχθεια και αηδία. Η αλήθεια είναι ότι τα βράδια δεν κοιμόμουν και περίμενα να παρουσιαστείς για να σε αντιμετωπίσω. Η εμφάνισή σου, ο τόπος απ’όπου ερχόσουν, οι σηνήθειές σου ακόμαι και ο τρόπος που περπατούσες μου έφερναν δυσφορία.

Ναι, ήθελα να σε σκοτώσω. Αν είχα το θάρρος θα σε έψαχνα και θα ξεκαθάριζα μαζί σου μια για πάντα. Ήθελα πάρα πολύ να σε συνθλίψω. Να σου πετάξω τα μυαλά έξω και μετά θα χόρευα πανευτυχής έναν άγριο χορό πάνω από το πτώμα σου. Το φανταζόμουν πολλές φορές αλλά τις περισσότερες δεν είχα καν τη δύναμη να έρθω σπίτι από φόβο μη σε δω.

Τελικά αποφάσισα να κάνω τη βρώμικη δουλειά με πλάγιο τρόπο, και ήμου σίγουρος ότι θα έπεφτες στην παγίδα μου. Το δηλητήριο ήταν ότι πιο δυνατό μπόρεσα να βρω, το είχα παραγγείλει από την Αθήνα ειδικά για σένα. Κατέστρωσα λοιπόν το σατανικό μου σχέδιο, έστησα την παγίδα και περίμενα. Ήταν το τέλειο έγλημα.

Ύστερα έχασα κάθε ίχνος σου. Ήταν σαν να άνοιξε η γη και σε κατάπιε. Φοβήθηκα ότι δεν θα απολάμβανα ποτέ τον θρίαμβό μου. Δεν ήξερα καν αν είχες πέσει στην παγίδα μου. Σε λίγες μέρες σε ξέχασα πιστεύοντας ότι είχες φύγει δηλητηριασμένος αλλά και αυτό δεν μου άρεσε. Είχα τόσο μίσος μέσα μου που ήθελα να σε δω νεκρό. Να νιώσω ότι είμαι ο κυρίαρχος του παιχνιδιού, ο ανώτερος, ο νικητής.

Σήμερα σε βρήκα νεκρό πίσω από την πόρτα μου. Η χαρά όμως κράτησε για τρία δευτερόλεπτα. Το να μαζέψω το πτώμα σου και να το εξαφανίσω ήταν το βασανιστικότερο τέταρτο της ζωής μου. Δεν μπορούσα να πλησιάσω ούτε ένα μέτρο και ο αδελφός μου αρνήθηκε να με βοηθήσει θεωρώντας ότι ήταν δική μου δουλειά. Αφού συγκέντρωσα όλα τα ψυχικά μου αποθέματα και κατάφερα με τα χίλια ζόρια να μαζέψω το άψυχο κουφάρι σου το πέταξα στον ακάλυπτο από πίσω.

Τώρα θα βρίσκεσαι στον κατσαριδοπαράδεισο αλλα μην ανησυχείς αν ξαναδώ κατσαρίδα στο σπίτι μου θα στην στείλω κατευθειαν για παρέα.

Saturday, July 22, 2006

Για μια χούφτα euro

Aπογοητευμένος από τη σωρεία ατυχών συγκυριών της περασμένης εβδομάδας, αποφάσισα να βγω στους δρόμους χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, αφού οποιαδήποτε προσπάθεια να πετύχω κάτι αποτυγχάνει παταγωδώς και με μαθηματική ακρίβεια. Καθώς προσπαθούσα να κρατήσω σταθερή πορεία μέσα στο πλήθος αναλογιζόμενος την θλιβερή κατάστασή μου – πρέπει να χειρονομούσα ζωηρά γιατί αρκετοί περαστικοί με κοιτούσαν εμβρόντητοι - παρατήρησα να κυματίζει ανάμεσα στα πόδια μου ένα χαρτάκι με έντονες αποχρώσεις το κίτρινου. Αν μη τι άλλο ήταν ένα τραπεζογραμμάτιο των 200 euro. Παρακολούθησα για λίγο την πορεία του περιμένοντας να βρω την κατάλληλη στιγμή να το οικειοποιηθώ και όταν βρέθηκα στην κατάλληλη απόσταση, και μάλιστα με ευνοϊκό άνεμο, δοκίμασα μια ισχυρή έκπληξη.

Είδα το χέρι μου εις διπλούν, σαν να βρισκόμουν μπροστά σε καθρέφτη, να αρπάζει το πολυπόθητο θείο δώρο. Ευθύς αμέσως κατάλαβα ότι για κακή μου τύχη ταυτόχρονα με εμένα είχε αδράξει το χαρτονόμισμα και ένας άλλος νεαρός. Προτού προλάβω να επιβάλλω την κυριότητά μου επί του αδέσποτου τραπεζογραμματίου ήρθε ως από μηχανής θεός το νομισματοκοπείο του κράτους να επιβάλλει μία σολομώντεια λύση. Το λεπτό χαρτί που αντιπροσώπευε τα 200 euro κόπηκε σε δύο κομμάτια, κατασκευασμένο προφανώς επί τούτου λεπτό προς αποφυγήν παρεξηγήσεων. Ο νεαρός, που αδιαμφισβήτητα τελούσε εν εξάλλω καταστάσει, έκανε μία απαξιωτική νύξη για την συχνότητα ροπής μου προς τον αυνανισμό για να του απαντήσω άμεσα με ένα στρυφνό σχόλιο για το περιεχόμενο του κρανίου του. Εκείνος με διαβεβαίωσε ότι δεν είχε συναντήσει στη ζωή του άνθρωπο με χαμηλότερο IQ από το δικό μου κι εγώ του εξήγησα ότι ίσως να μην είχε κοιτάξει καλά στους καθρέφτες. Κατόπιν συνέχισε με συκοφαντικές παρατηρήσεις για το οικογενειακό μου δέντρο διαστρεβλώνοντας ταυτόχρονα τις σεξουαλικές προτιμήσεις μου αφήνοντας μου περιθώρια να κάνω ελεύθερα υποθέσεις για τον τρόπο σύλληψης του. Εν συνεχεία η συζήτηση ως είθισται απέκτησε θρησκευτικό περιεχόμενο.

Εις μάτην προσπάθησα αργότερα να τον πείσω να εγκαταλείψει την ατελέσφορη στιχομυθία κάνοντας επίκληση στο ένστικτο της επιβίωσής του. Αυτό ήταν που με οδήγησε να προβώ, μπροστά στα μάτια του φιλοθεάμονος κοινού, σε σωματική επαφή βασισμένη σε προσκρούσεις των άκρων μου σε σημεία ζωτικής σημασίας του σώματός του, εμπνευσμένη σαφέστατα από αμερικάνικες και κινέζικες κινηματογραφικές παραγωγές. Αφού ανταλλάξαμε κομμάτια του εαυτού μας – μου πρόσφερε δύο από τα τριάντα δύο δόντια του με αντάλλαγμα ένα μικρό μέρος από το τριχωτό της κεφαλής μου - (θεωρώ ότι τον αδίκησα) κάποιος φιλήσυχος πολίτης αποφάσισε να δώσει τέλος στον ομηρικό καυγά μας παρεισφρέοντας ανάμεσά μας. Τότε μια ευδιάθετη ομάδα μαθητών αποφάσισε να απαθανατίσει το ευτράπελο κατ’ αυτούς Λαοκοώντειο σύμπλεγμα αποδεικνύοντας την γελοιότητα της κατάστασης.

Αργά και διστακτικά εγκαταλείψαμε το σημείο της σύγκρουσης με αντίθετες κατευθύνσεις προς απογοήτευση πολλών ανανεώνοντας όμως το ραντεβού μας σε απροσδιόριστο χρόνο και χώρο με την υπόσχεση να φέρουμε σε επαφή ανθρώπους του κύκλου μας για την διευθέτηση του προβλήματος που ανέκυψε.

Βέβαια, θα μπορούσαμε κάλλιστα να είχαμε διατηρήσει αμφότεροι την ψυχραιμία μας εξ αρχής και να επισκεπτόμασταν το πλησιέστερο υποκατάστημα τραπέζης, όπου με την επίδειξη των αποκομμάτων θα μπορούσαμε να κερδίσουμε έκαστος από 100 euro, αλλά τέτοιου είδους διευθετήσεις συμβαίνουν μόνο σε τόπους ψυχρούς, πολύ μακριά από τα Βαλκάνια και δη την ηλιόλουστη Ελλάδα…