Στο τρένο
Για άλλη μια φορά δεν βρήκε θέση να κάτσει κι έτσι κλείστηκε σε μια γωνιά και περίμενε το σταθμό του ανασαίνοντας όσο πιο σπάνια μπορούσε. Σε κάποιο σταθμό του φάνηκε πως συνέβαινε κάτι το πρωτάκουστο, το καταπληκτικό που τον έκανε να ανατριχιάσει. Μέσα από το αγενέστατο σπρωξίδι μπήκε στο βαγόνι μια ύπαρξη τελείως παράταιρη. Έμοιαζε με κακό φωτομοντάζ. Μέχρι και ο φωτισμός ήταν διαφορετικός, η κοπέλα έλαμπε. Ήταν ένας άγγελος μέσα στα σκατά. Ήταν το πρώτο χαμόγελο των τελευταίων δύο εβδομάδων.
Από τη στιγμή που έκατσε η κοπέλα και ο συρμός ξεκίνησε 42 μάτια καρφώθηκαν πάνω της. Μάτια λάγνα, μάτια πεινασμένα, μάτια φθονερά, αλλά όχι τα δικά του. Αυτός δεν κοίταζε ποτέ επίμονα. Μπορεί να είδε τον εαυτό του να την πλησιάζει, να της μιλάει κι αυτή να χαμογελάει, μπορεί να είδε τον εαυτό του να την ακολουθεί, να την βγάζει από το απαίσιο τρένο και να την πηγαίνει σε μέρη όμορφα, αλλά οι ματιές του διαρκούσαν μόνο κλάσματα του δευτερολέπτου.
Κάποια στιγμή το πήρε απόφαση να την πλησιάσει. Έκλεισε τη μουσική και έκανε ένα βήμα αλλά ο αρρωστημένος βήχας ενός γέρου που βρώμαγε αλκοόλ τον έτρεψε σε άτακτη υποχώρηση. Σε κάποιον σταθμό εκείνη κατέβηκε και προκάλεσε ένα κύμα βλαστήμιας για την δουλειά του και το αφεντικό, που έτσι κι αλλιώς ψίχουλα του δίνει. Αν μπορούσε τουλάχιστον να κατέβει στον ίδιο σταθμό και να της μιλήσει…
Στη δουλειά του δεν έπαψε να την σκέφτεται ούτε λεπτό. Σφηνώθηκε στο μυαλό του και δεν έλεγε να βγει από τη σκέψη του. Είχε πολύ καιρό να δει όνειρο. Ο ύπνος του τελευταία ήταν σαν πρόβα θανάτου αλλά εκείνο το βράδυ την είδε στον ύπνο του.
Ξύπνησε λέει σε ένα δωμάτιο που ίσα ίσα χώραγε το κρεβάτι του αλλά παραδόξως είχε αρκετό χώρο για έναν τεράστιο σωρό από σκουπίδια και αναμνήσεις. Φωτογραφίες που πότε δεν είχε βγάλει από γεγονότα που τον σημάδεψαν, αποτσίγαρα σβησμένα, ο γύψος που είχε στο πόδι του όταν το είχε σπάσει, ξεφούσκωτα μπαλόνια, το ρολόι του που είχε μπάσει νερά, η χτένα του τυλιγμένη μέσα σε ένα κουβάρι τρίχες, το κοστούμι του που το είχε φορέσει μόνο σε δυο κηδείες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να ανασυρθεί από το υπόγειο του μυαλού του. Αφού κατάφερε να ξεμπλεχτεί από όλα αυτά τα συμπράγκαλα καθοδηγούμενος από μια μικρή δέσμη φωτός που έμπαινε από το στενό παράθυρο βγήκε σε ένα στενό δρομάκι που δεν είχε ξαναδεί. Τα σύννεφα ήταν απειλητικά χαμηλά και τα κτίρια έμοιαζαν να γέρνουν όλα προς το μέρος του. Στους δρόμους δεν υπήρχαν άνθρωποι αλλά τους αντικαθιστούσαν δίποδες παχύρρευστες σκιές που άφηναν πίσω τους με κάθε βήμα τους έναν μαύρο λιπαρό λεκέ σαν λάδια αυτοκινήτου. Στον σταθμό δεν ήρθε το τρένο αλλά μια ανοιχτή πλατφόρμα χωρίς καθίσματα. Πάνω στην πλατφόρμα που κινούταν με έναν ανεπαίσθητο βόμβο στεκόταν στην γωνία κινδυνεύοντας να πέσει έξω, στριμωγμένος από τις σκιές. Στον ίδιο σταθμό με το πρωί ανέβηκε εκείνη λάμποντας ακόμα περισσότερο. Οι σκιές γύρισαν τρομαγμένες προς τη λάμψη της και άρχισαν σιγά σιγά να λιώνουν σαν παγωτό σοκολάτα το καλοκαίρι. Τον κοιτούσε και του χαμογελούσε με ένα βλέμμα που έλεγε «Αυτή τη φορά θα μου μιλήσεις, το ξέρω» . Όταν οι σκιές είχαν λιώσει εντελώς τσαλαβούτηξε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι. Άπλωσε κι εκείνη το δικό της και ξαφνικά η πλατφόρμα σταμάτησε στα μισά του τούνελ. Εκείνη ατάραχη και πάντα χαμογελαστή τον οδήγησε σε μια καταπακτή που είχε το τούνελ. Η καταπακτή οδηγούσε σε ένα μόλο με ένα καλοκαιρινό μπαράκι. Ο ήλιος τους έβγαλε από τα χειμωνιάτικα παλτά και τα κασκόλ και το καθαρό αεράκι χάιδευε τη θάλασσα που γουργούριζε με απαλά κυματάκια. Κάθισαν στο μπαράκι και συζητούσαν επί ώρες. Κοιτούσε υπνωτισμένος τα χέρια της καθώς μιλούσε και χειρονομούσε και άκουγε τα βραχιόλια της να κουδουνίζουν χτυπώντας μεταξύ τους όταν ξαφνικά…
Συνειδητοποίησε ότι αυτό που άκουγε ήταν το ξυπνητήρι που τον επανέφερε στη μίζερη ρουτίνα του. Στη δουλειά σκέφτηκε ότι θα μπορούσε με λίγη τύχη να την ξανασυναντήσει στο τρένο. Τα έβαλε κάτω και τα υπολόγισε: μπήκε στα Πευκάκια και κατέβηκε στην Αττική άρα έχουμε 7 σταθμούς. Αλλάζοντας βαγόνι σε κάθε σταθμό μπορεί να την ψάξει σε 7 από τα 8 βαγόνια του συρμού, άρα αυξάνονται οι πιθανότητες να την βρει σε 7/8. Το βράδυ κοιμήθηκε πιστεύοντας ότι σε πέντε-έξι εργάσιμες μέρες θα την ξανασυναντήσει και τότε δεν θα διστάσει καθόλου. Στον ύπνο του είδε το ίδιο όνειρο με τη χθεσινή νύχτα. Εκείνο το όνειρο, χωρίς να το ξέρει ακόμα και με μικρές παραλλαγές, θα τον επισκεπτόταν πλέον κάθε βράδυ μέχρι να την βρει…
Από την επόμενη μέρα έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Άρχισε καθημερινά να αλλάζει βαγόνι από τα Πευκάκια μέχρι την Αττική σε κάθε σταθμό. Μέσα στα βαγόνια έψαχνε από τη μια άκρη μέχρι την άλλη για ένα φωτεινό σημάδι της αλλά μάταια. Οι πέντε-έξι μέρες έγιναν μήνας , κι άλλος μήνας, κι άλλος μήνας, αλλά η αναζήτηση ήταν μάταιη. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο επίμονος γινόταν και τόσο πιο σίγουρος ότι η επόμενη μέρα θα είναι και η τελευταία που ψάχνει. Εν τω μεταξύ μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό που οδηγούσε τη ζωή του άρχισε σιγά σιγά και να αρρωσταίνει. Γέμιζε την καθημερινότητά του με ιδεοψυχαναγκαστικές νευρώσεις και η υποχονδρία του γινόταν όλο και πιο έντονη. Παραμελούσε τον εαυτό του και τις υποχρεώσεις του και χανόταν σταδιακά σε έναν ιεροτελεστικό κόσμο με μοναδικό ενδιαφέρον του την αναζήτηση μιας άγνωστης στο τρένο. Τίποτα άλλο δεν φαινόταν σημαντικότερο. Δεν μιλούσε σε κανέναν παρά μόνο όταν ήταν υποχρεωμένος και όταν δε είχε δουλειά καθόταν ακίνητος στον καναπέ βλέποντας αδιάφορα τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει.
Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη και ο καιρός είχε ανοίξει αλλά δεν το είχε πάρει πρέφα. Συνέχιζε να προσπερνάει τις λακκούβες που θα μπορούσαν να γεμίσουν με λασπόνερα με προσοχή. Περπατούσε σε μια συννεφιασμένη πόλη τυλιγμένος με το λιγδιασμένο παλτό του και έτρεχε από βαγόνι σε βαγόνι με το μυαλό εντελώς άδειο.
...«Επόμενη στάση, Περισσός» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άνω Πατήσια» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άγιος Ελευθέριος βγες και ξαναμπές», τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Κάτω Πατήσια, βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη», «Επόμενη στάση...» και τα βαγόνια άρχισαν να αλλάζουν. Άλλαζαν σχήμα, άλλαζαν καθίσματα, οι επιβάτες λιγόστευαν, άρχισε να τον επισκέπτεται η θεία του τις Κυριακές, που τον είχε ξεγραμμένο, και να του δίνει φεύγοντας ένα θολό φιλί στο μέτωπο -κάτι πρέπει να είχε πάθει ο άντρας της ή κάτι τέτοιο-, στο τρίτο βαγόνι τον κάρφωνε με σταυρωμένα τα χέρια η Ανατολή που του είχαν πει να μην την πλησιάζει γιατί δαγκώνει, ο σταθμάρχης παρά τη βροχή φορούσε πάντα άσπρα, και το παλτό του είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.
Στην κλινική έμεινε για το θλιβερό υπόλοιπο της ζωής του. Έκανε την διαδρομή Πευκάκια- Αττική πάνω από 5 φορές τη μέρα γυρίζοντας από θάλαμο σε θάλαμο. Έψαχνε ακόμη και σε συρτάρια αλλά μόνο τα βράδια μετά την ένεση με τα στεροειδή μπορούσε να την βρει....
......«Επόμενη στάση, Θάνατος. Προσοχή στο διάκενο μεταξύ λογικής και παράνοιας»......
Στη δουλειά του δεν έπαψε να την σκέφτεται ούτε λεπτό. Σφηνώθηκε στο μυαλό του και δεν έλεγε να βγει από τη σκέψη του. Είχε πολύ καιρό να δει όνειρο. Ο ύπνος του τελευταία ήταν σαν πρόβα θανάτου αλλά εκείνο το βράδυ την είδε στον ύπνο του.
Ξύπνησε λέει σε ένα δωμάτιο που ίσα ίσα χώραγε το κρεβάτι του αλλά παραδόξως είχε αρκετό χώρο για έναν τεράστιο σωρό από σκουπίδια και αναμνήσεις. Φωτογραφίες που πότε δεν είχε βγάλει από γεγονότα που τον σημάδεψαν, αποτσίγαρα σβησμένα, ο γύψος που είχε στο πόδι του όταν το είχε σπάσει, ξεφούσκωτα μπαλόνια, το ρολόι του που είχε μπάσει νερά, η χτένα του τυλιγμένη μέσα σε ένα κουβάρι τρίχες, το κοστούμι του που το είχε φορέσει μόνο σε δυο κηδείες και οτιδήποτε άλλο μπορούσε να ανασυρθεί από το υπόγειο του μυαλού του. Αφού κατάφερε να ξεμπλεχτεί από όλα αυτά τα συμπράγκαλα καθοδηγούμενος από μια μικρή δέσμη φωτός που έμπαινε από το στενό παράθυρο βγήκε σε ένα στενό δρομάκι που δεν είχε ξαναδεί. Τα σύννεφα ήταν απειλητικά χαμηλά και τα κτίρια έμοιαζαν να γέρνουν όλα προς το μέρος του. Στους δρόμους δεν υπήρχαν άνθρωποι αλλά τους αντικαθιστούσαν δίποδες παχύρρευστες σκιές που άφηναν πίσω τους με κάθε βήμα τους έναν μαύρο λιπαρό λεκέ σαν λάδια αυτοκινήτου. Στον σταθμό δεν ήρθε το τρένο αλλά μια ανοιχτή πλατφόρμα χωρίς καθίσματα. Πάνω στην πλατφόρμα που κινούταν με έναν ανεπαίσθητο βόμβο στεκόταν στην γωνία κινδυνεύοντας να πέσει έξω, στριμωγμένος από τις σκιές. Στον ίδιο σταθμό με το πρωί ανέβηκε εκείνη λάμποντας ακόμα περισσότερο. Οι σκιές γύρισαν τρομαγμένες προς τη λάμψη της και άρχισαν σιγά σιγά να λιώνουν σαν παγωτό σοκολάτα το καλοκαίρι. Τον κοιτούσε και του χαμογελούσε με ένα βλέμμα που έλεγε «Αυτή τη φορά θα μου μιλήσεις, το ξέρω» . Όταν οι σκιές είχαν λιώσει εντελώς τσαλαβούτηξε προς το μέρος της και της άπλωσε το χέρι. Άπλωσε κι εκείνη το δικό της και ξαφνικά η πλατφόρμα σταμάτησε στα μισά του τούνελ. Εκείνη ατάραχη και πάντα χαμογελαστή τον οδήγησε σε μια καταπακτή που είχε το τούνελ. Η καταπακτή οδηγούσε σε ένα μόλο με ένα καλοκαιρινό μπαράκι. Ο ήλιος τους έβγαλε από τα χειμωνιάτικα παλτά και τα κασκόλ και το καθαρό αεράκι χάιδευε τη θάλασσα που γουργούριζε με απαλά κυματάκια. Κάθισαν στο μπαράκι και συζητούσαν επί ώρες. Κοιτούσε υπνωτισμένος τα χέρια της καθώς μιλούσε και χειρονομούσε και άκουγε τα βραχιόλια της να κουδουνίζουν χτυπώντας μεταξύ τους όταν ξαφνικά…
Συνειδητοποίησε ότι αυτό που άκουγε ήταν το ξυπνητήρι που τον επανέφερε στη μίζερη ρουτίνα του. Στη δουλειά σκέφτηκε ότι θα μπορούσε με λίγη τύχη να την ξανασυναντήσει στο τρένο. Τα έβαλε κάτω και τα υπολόγισε: μπήκε στα Πευκάκια και κατέβηκε στην Αττική άρα έχουμε 7 σταθμούς. Αλλάζοντας βαγόνι σε κάθε σταθμό μπορεί να την ψάξει σε 7 από τα 8 βαγόνια του συρμού, άρα αυξάνονται οι πιθανότητες να την βρει σε 7/8. Το βράδυ κοιμήθηκε πιστεύοντας ότι σε πέντε-έξι εργάσιμες μέρες θα την ξανασυναντήσει και τότε δεν θα διστάσει καθόλου. Στον ύπνο του είδε το ίδιο όνειρο με τη χθεσινή νύχτα. Εκείνο το όνειρο, χωρίς να το ξέρει ακόμα και με μικρές παραλλαγές, θα τον επισκεπτόταν πλέον κάθε βράδυ μέχρι να την βρει…
Από την επόμενη μέρα έβαλε σε εφαρμογή το σχέδιό του. Άρχισε καθημερινά να αλλάζει βαγόνι από τα Πευκάκια μέχρι την Αττική σε κάθε σταθμό. Μέσα στα βαγόνια έψαχνε από τη μια άκρη μέχρι την άλλη για ένα φωτεινό σημάδι της αλλά μάταια. Οι πέντε-έξι μέρες έγιναν μήνας , κι άλλος μήνας, κι άλλος μήνας, αλλά η αναζήτηση ήταν μάταιη. Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πιο επίμονος γινόταν και τόσο πιο σίγουρος ότι η επόμενη μέρα θα είναι και η τελευταία που ψάχνει. Εν τω μεταξύ μέσα σε αυτόν τον παραλογισμό που οδηγούσε τη ζωή του άρχισε σιγά σιγά και να αρρωσταίνει. Γέμιζε την καθημερινότητά του με ιδεοψυχαναγκαστικές νευρώσεις και η υποχονδρία του γινόταν όλο και πιο έντονη. Παραμελούσε τον εαυτό του και τις υποχρεώσεις του και χανόταν σταδιακά σε έναν ιεροτελεστικό κόσμο με μοναδικό ενδιαφέρον του την αναζήτηση μιας άγνωστης στο τρένο. Τίποτα άλλο δεν φαινόταν σημαντικότερο. Δεν μιλούσε σε κανέναν παρά μόνο όταν ήταν υποχρεωμένος και όταν δε είχε δουλειά καθόταν ακίνητος στον καναπέ βλέποντας αδιάφορα τηλεόραση χωρίς να καταλαβαίνει τι βλέπει.
Είχε μπει για τα καλά η άνοιξη και ο καιρός είχε ανοίξει αλλά δεν το είχε πάρει πρέφα. Συνέχιζε να προσπερνάει τις λακκούβες που θα μπορούσαν να γεμίσουν με λασπόνερα με προσοχή. Περπατούσε σε μια συννεφιασμένη πόλη τυλιγμένος με το λιγδιασμένο παλτό του και έτρεχε από βαγόνι σε βαγόνι με το μυαλό εντελώς άδειο.
...«Επόμενη στάση, Περισσός» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άνω Πατήσια» βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Άγιος Ελευθέριος βγες και ξαναμπές», τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη, «Επόμενη στάση, Κάτω Πατήσια, βγες και ξαναμπές, τρέξε από τη μια άκρη ως την άλλη», «Επόμενη στάση...» και τα βαγόνια άρχισαν να αλλάζουν. Άλλαζαν σχήμα, άλλαζαν καθίσματα, οι επιβάτες λιγόστευαν, άρχισε να τον επισκέπτεται η θεία του τις Κυριακές, που τον είχε ξεγραμμένο, και να του δίνει φεύγοντας ένα θολό φιλί στο μέτωπο -κάτι πρέπει να είχε πάθει ο άντρας της ή κάτι τέτοιο-, στο τρίτο βαγόνι τον κάρφωνε με σταυρωμένα τα χέρια η Ανατολή που του είχαν πει να μην την πλησιάζει γιατί δαγκώνει, ο σταθμάρχης παρά τη βροχή φορούσε πάντα άσπρα, και το παλτό του είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.
Στην κλινική έμεινε για το θλιβερό υπόλοιπο της ζωής του. Έκανε την διαδρομή Πευκάκια- Αττική πάνω από 5 φορές τη μέρα γυρίζοντας από θάλαμο σε θάλαμο. Έψαχνε ακόμη και σε συρτάρια αλλά μόνο τα βράδια μετά την ένεση με τα στεροειδή μπορούσε να την βρει....
......«Επόμενη στάση, Θάνατος. Προσοχή στο διάκενο μεταξύ λογικής και παράνοιας»......

4 Comments:
άφωνος... πραγματικά δεν ξέρω πως μπορώ να σχολιάσω την ιστορία σου... σαγηνευτική...
το βιντεάκι πιο κάτω δικό σου είναι;
σε λινκάρω.
Mpravo alex!Poli kali siggrafi!sou vazo 20 stin ekthesi...I istoria ekfrazei provlimatismous kai skepseis pou pistevo ligo poli exoume oloi mas,i toulaxiston osoi skeftomaste kai mas noiazoun merika pragmata.Korifaia ataka gia mena einai ekei pou les "Ήταν ένας άγγελος μέσα στα σκατά".To exo niosei polles fores ayto to sinaisthima.Eidika stin ellada paizei poli.Oson afora ta 2 teli tora,tha protimiso tou filaretou mono kai mono epeidi einai pio aisiodokso kai epeidi an imoun sti thesi tou iroa ayto tha ekana ki ego.KEEP IT UP
Ευχαριστώ και τους 2 για τα καλά σας λόγια!
Έρωτα, το βιντεάκι πιο κάτω είναι ομαδική εργασία του περασμένου εξαμήνου, άρα μπορώ να πω ότι είναι δικό μου (αλλά οχι μόνο δίκό μου).
Άρη, στην έκθεση εσύ μπορεί να μου βάζεις 20 αλλά κάτι ασυνείδητοι στις πανελλήνιες μου έβαλαν 10 :P
Μπράβο Άλεξ! Πολύ όμορφο! Πιο πολύ απ' όλες, η φράση που μου έμεινε καρφωμένη στο μυαλό ήταν: «Επόμενη στάση, Θάνατος. Προσοχή στο διάκενο μεταξύ λογικής και παράνοιας».
Κάποιος σου έγραψε σχόλιο να γράφεις συχνότερα.. Θα συμφωνήσω!
Καλά συγγραφικά ταξίδια..
Post a Comment
<< Home